Ο Ιουστινιανός γεννήθηκε το 482 και κυβέρνησε από το 527 έως το θάνατό του το 565. Το 518 έγινε κόμης των δομέστικων και πήρε τον τίτλο του πατρικίου ενώ το 521 ανέλαβε το αξίωμα του υπάτου, πράγμα που τον βοήθησε να αποκτήσει κύρος και δύναμη μέσα στους κύκλους της Πρωτεύουσας. Αργότερα έγινε ανώτατος αξιωματικός της αυτοκρατορικής φρουράς. Το 527 ανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας και την ίδια χρονιά, με το θάνατο του Ιουστίνου, απέμεινε μονοκράτορας.
   Η φυσική αντοχή του και ο ολιγόωρος ύπνος τού χάρισαν το χαρακτηρισμό του ακοίμητου βασιλιά στην επιγραφή του ναού των Αγίων Σέργιου και Βάκχου ή του άρχοντος των δαιμόνων σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο. Ήταν άνθρωπος δεσποτικός, διέθετε μεγάλη επιμονή, σύστημα και υπομονή για να πετύχει τους σκοπούς του. Yπήρξε επίσης ιδιαίτερα δραστήριος και εργατικός, με καλούς τρόπους, χωρίς να επιδίδεται σε ασυδοσίες, αλλά και αρκετά δύσπιστος.
   Το πορτρέτο του αυτοκράτορα μας έχει σωθεί στον ψηφιδωτό διάκοσμο του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα καθώς και σε νομίσματα της εποχής.
   Στις 14 Nοεμβρίου του 565 ο Iουστινιανός πέθανε. Το μεγαλειώδες πρόγραμμά του ήταν διαποτισμένο από το πνεύμα της παντοδυναμίας της παλινορθωμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και την προσπάθεια για την επικράτηση της Ορθοδοξίας. Πολλοί ωστόσο ήταν εκείνοι που άσκησαν αρνητική κριτική στο έργο του σε ό,τι αφορά στην οικονομία του κράτους, καθώς θεώρησαν ότι οι μακροχρόνιοι πόλεμοι όπως και αρκετά από τα μεγαλεπήβολα ανοικοδομητικά του έργα κόστισαν στο κράτος τεράστια χρηματικά ποσά, αλλά και ότι δημιουργήθηκαν νέα προβλήματα στα βόρεια και ανατολικά σύνορα, παράλληλα με τις εντάσεις που δημιουργήθηκαν με τις ανατολικές επαρχίες. Παρόλα αυτά τόσο η αναδιοργάνωση του κράτους, το νομοθετικό του έργο καθώς και η παλινόρθωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και η ακμή στις τέχνες και τα γράμματα χαρακτηρίζουν τα τριάντα οκτώ χρόνια δημιουργικής βασιλείας του Ιουστινιανού.

   Στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα αλλά και σε μερικούς από τους κυριότερους συνεργάτες του Ιουστινιανού, οι οποίοι και αποτέλεσαν το άμεσο  περιβάλλον του, αρμόζει ιδιαίτερη μνεία.

Το περιβάλλον του

   Ο μεμπτός βίος της Θεοδώρας και η ταπεινή καταγωγή της, από οικογένεια επαγγελματιών ηθοποιών, αποτελούσαν νομικά και κοινωνικά εμπόδια για το γάμο της με τον Ιουστινιανό. Τα κωλύματα ξεπεράστηκαν με ειδικό νόμο που εξέδωσε ο Ιουστίνος Α'. Η συμπεριφορά και ο βίος της Θεοδώρας άλλαξε ριζικά όταν έγινε αυτοκράτειρα. Ήταν γυναίκα με εξαιρετική γοητεία και δυναμισμό, όπως τη χαρακτηρίζουν ακόμη και οι εχθροί της. Συμπαραστάθηκε και βοήθησε τον Ιουστινιανό να επιδιώξει τους στόχους του. Ο ρόλος της υπήρξε σημαντικός αρκετές φορές. Είναι γνωστή για παράδειγμα η μεσολάβησή της στον αυτοκράτορα με σκοπό την καλύτερη μεταχείριση των μονοφυσιτικών ανατολικών επαρχιών. Η αυτοκράτειρα είχε περάσει ένα διάστημα της ζωής της, πριν το γάμο της με τον Ιουστινιανό, στην Αλεξάνδρεια, όπου είχε δημιουργήσει φιλικούς δεσμούς με στελέχη μονοφυσιτικών κύκλων. Η διορατικότητά της της υποδείκνυε ότι οι ανατολικές περιοχές αποτελούσαν τεράστιο δυναμικό, το οποίο δεν έπρεπε να αποκοπεί από τον κορμό του βυζαντινού κράτους. Η προσωπογραφία της, όπως και του Ιουστινιανού, απεικονίζεται στα ψηφιδωτά της Ραβέννας.

   Από τους σημαντικότερους και στενότερους συνεργάτες του Ιουστινιανού ξεχωρίζουν ο στρατηγός Βελισάριος, ο Ναρσής, ο Iωάννης Kαππαδόκης, ο Tριβωνιανός και ο Ανθέμιος. O Bελισάριος ήταν ισχυρή προσωπικότητα που θεωρείται ιδιοφυία στη στρατηγική του τακτική, αλλά και εισηγητής καινοτομιών στη στρατιωτική εκπαίδευση. Στενός συνεργάτης του αυτοκράτορα ήταν και ο Ναρσής που ανέλαβε την αναδιοργάνωση της Ιταλίας και φανέρωσε τόσο στρατιωτικές και διπλωματικές ικανότητες όσο και επιδεξιότητα στη μεταχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Σε όλη του τη ζωή υπήρξε προστατευόμενος της Θεοδώρας. Ο Ιωάννης Καππαδόκης ήταν άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερη παιδεία αλλά έξυπνος και με πολλές ικανότητες. Εισήγαγε μεταρρυθμίσεις στο διοικητικό και οικονομικό τομέα αλλά βρήκε ισχυρό αντίπαλο στο πρόσωπο της Θεοδώρας, η οποία και πέτυχε την απομάκρυνσή του. Ο νομομαθής Τριβωνιανός έγινε γνωστός ως το βασικό πρόσωπο της νομοθετικής μεταρρύθμισης του Ιουστινιανού, ενώ ο Ανθέμιος, μαθηματικός και μηχανικός, υπήρξε σύμβουλος του Ιουστινιανού σε αρχιτεκτονικά θέματα. 

Η Εσωτερική Πολιτική

   Ο Ιουστινιανός συνέβαλε αποφασιστικά στη ριζική αναδιάρθρωση της κρατικής διοίκησης, κύριο αίτημα του λαού που οδηγούσε σε στάσεις, γνωστότερη από τις οποίες είναι η Στάση του Νίκα το 532. Σημαντική συμβολή στην εσωτερική αναδιοργάνωση του βυζαντινού κράτους αποτέλεσε το νομοθετικό του έργο. Ο αυτοκράτορας έλαβε μετά το 535 σειρά μεταρρυθμιστικών μέτρων που αφορούσαν στο δημόσιο τομέα. Στα σημαντικότερα από αυτά συγκαταλέγονται η κατάργηση των περιττών θέσεων στις δημόσιες υπηρεσίες, οι αυστηρές ποινές για την εξαγορά των δημόσιων αξιωμάτων, καθώς και σειρά οδηγιών σχετικά με τον τρόπο εύνομης άσκησης της εξουσίας και σωστής συμπεριφοράς των υπαλλήλων, αλλά και αυστηρής πάταξης κάθε αυθαιρεσίας στην κρατική διοίκηση.

   Παράλληλα ο Ιουστινιανός πραγματοποίησε και μια μεγάλη αλλαγή στον τρόπο διοίκησης των βυζαντινών επαρχιών. Από την εποχή του Διοκλητιανού και συστηματικότερα του Μεγάλου Κωνσταντίνου οι επαρχίες διοικούνταν από δύο αξιωματούχους, έναν πολιτικό και έναν στρατιωτικό. Το σύστημα αυτό παρουσίαζε ελλείψεις και αναποτελεσματικότητα σε περιόδους αναταραχών, όπου χρειαζόταν η λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων. Σε τέτοιες περιπτώσεις στη Συρία ή στην Παλαιστίνη είχε διαπιστωθεί η λήψη αποφάσεων από το στρατιωτικό διοικητή της περιοχής. Ο Ιουστινιανός συνέβαλε στην αλλαγή του διοικητικού αυτού συστήματος όταν με μια σειρά "Νεαρών" από το 535-538/9, καθόρισε τη συγκέντρωση τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής εξουσίας στο πρόσωπο του στρατιωτικού διοικητή.

   Σημαντική ήταν ακόμη η επέμβαση του Ιουστινιανού στο θέμα της εξάπλωσης της μεγάλης ιδιοκτησίας, πρόβλημα που απασχολούσε το κράτος από παλιά. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε με μια σειρά μέτρων να περιορίσει τη δύναμη των μεγαλοϊδιοκτητών και την εκμετάλλευση των μικρών ελεύθερων καλλιεργητών. Η "Νεαρά" του 536 διατάζει τους επαρχιακούς διοικητές να εφαρμόσουν σκληρά μέτρα κατά της αυθαιρεσίας των δυνατών, όπως τους αποκαλούν οι πηγές, χρησιμοποιώντας ακόμα και στρατιωτικές δυνάμεις. Το πρόβλημα εξακολούθησε ωστόσο να είναι από τα πιο καίρια σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου.

   Ιδιαίτερη μνεία οφείλει κανείς όχι μόνο στα αμυντικά και οχυρωματικά έργα του Ιουστινιανού αλλά και στα έργα κοινής ωφέλειας, όπως λουτρά, υδραγωγεία, γέφυρες, καθώς και στην ανοικοδόμηση εκκλησιών, ανάμεσα στις οποίες λαμπρό δείγμα της περιόδου αλλά και ολόκληρης της Βυζαντινής εποχής αποτελεί η Αγία Σοφία.

Κρατική διοίκηση

   Στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας του βυζαντινού κράτους βρισκόταν ο αυτοκράτορας, ο οποίος είχε τον έλεγχο του συνόλου της κρατικής μηχανής. Ενώ στη Ρωμαϊκή εποχή το κράτος διαιρούνταν σε μεγάλες περιφέρειες που διοικούνταν από τη σύγκλητο ή από αυτοκρατορικούς επιτρόπους, στη Πρώιμη Βυζαντινή εποχή, το κράτος είχε ελάχιστες διοικητικές περιφέρειες, τις επαρχότητες. Η επαρχιακή διοίκηση στην Πρώιμη βυζαντινή περίοδο ήταν χωρισμένη σε 120 επαρχίες που τον 4ο αιώνα ήταν ενταγμένες σε 15 διοικήσεις και αυτές πάλι σε τέσσερις μεγάλες διοικητικές ενότητες. Επικεφαλής κάθε διοικητικής ενότητας ήταν ο έπαρχος των πραιτωρίων, κάθε διοικήσεως ο βικάριος (αρχή που κατήργησε ο Ιουστινιανός) και κάθε επαρχίας ο άρχων. Όλοι ήταν ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι με αρμοδιότητες διοικητικές, δικαστικές, οικονομικές και νομικές.

   Την κεντρική διοίκηση του κράτους ασκούσε συγκρότημα υπηρεσιών με επικεφαλής το μάγιστρο των οφφικίων (magister officiorum). Στο ίδιο πρόσωπο υπάγονταν και το αυτοκρατορικό ταχυδρομείο, η αυτοκρατορική φρουρά, η εποπτεία των αυλικών τελετών, η επικοινωνία με τις ξένες διπλωματικές αποστολές, αλλά και η εποπτεία των συνόρων, οι δημόσιες οδικές συγκοινωνίες και ο έλεγχος των διοικητών στις περιοχές των συνόρων. Επίσης ο ίδιος επέβλεπε τη διοίκηση τόσο του κέντρου όσο και των επαρχιών.

   Ένας έμπειρος νομικός, ο κοιαίστωρ (quaestor sacri palatii), είχε το ρόλο ενός σημερινού υπουργού δικαιοσύνης, βοηθώντας τον αυτοκράτορα στα νομοθετικά και δικαστικά του καθήκοντα.
Επικεφαλής για τον τομέα των δημοσίων οικονομικών ήταν ο κόμης των λαργιτιόνων ή των θείων θησαυρών (comes sacrum largitionum). Υπεύθυνος για τα κτήματα του στέμματος ήταν ο κόμης των θείων πριβάτων (comes rerum privatarum). Σημαντικός αξιωματούχος που από τον E' αιώνα ανέβηκε ιεραρχικά πάνω από τους άλλους τέσσερις ήταν ο πραιπόσιτος του ιερού κουβουκλίου (praepositus sacri cubiculi), υπεύθυνος των αυλικών υπηρεσιών.

   Η διοίκηση της Κωνσταντινούπολης είχε ανατεθεί στην αρμοδιότητα του επάρχου της πόλεως, θεσμός που προϋπήρχε στη Ρώμη. Οι αρμοδιότητες ήταν αντίστοιχες με ενός σημερινού δημάρχου. Στο πέρασμα του χρόνου αυξήθηκαν καθώς δικαστικά καθήκοντα αλλά και η εποπτεία του εμπορίου και των επαγγελματικών οργανώσεων προστέθηκαν στις αρμοδιότητές του επάρχου της πόλεως.

   Χαρακτηριστικό της βυζαντινής διοίκησης ήταν η συγκέντρωση πολλών αρμοδιοτήτων στα χέρια λίγων ανθρώπων με την επακόλουθη δυσκολία παρακολούθησής τους. Για αυτό, τον 6ο αιώνα δημιουργήθηκαν πολλές αυτόνομες υπηρεσίες με περιορισμένες αρμοδιότητες η κάθε μια ενώ παράλληλα προωθήθηκε από τον Ιουστινιανό και η στρατιωτικοποίηση της κρατικής διοίκησης στην επαρχία.

Η Στάση του Νίκα

   Τα γεγονότα του 532 έχουν μείνει γνωστά στην ιστορία ως η Στάση του Νίκα. Τα επεισόδια στην Κωνσταντινούπολη εξελίχθηκαν σε αληθινή επανάσταση, η πάταξη της οποίας πραγματοποιήθηκε μετά από μεγάλη αιματοχυσία. Η δυσφορία που είχαν προκαλέσει οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις και η βαριά φορολογία καθώς και οι αυθαιρεσίες ορισμένων αξιωματούχων εκφράστηκαν μέσω των δήμων των Πράσινων και των Βένετων στον Ιππόδρομο. Τα συνθήματα εναντίον του αυτοκράτορα και οι μικροσυμπλοκές που ακολούθησαν είχαν σαν αποτέλεσμα τη σύλληψη και τον απαγχονισμό ορισμένων δημοτών. Δύο από τους κατάδικους που γλίτωσαν φυγαδεύτηκαν αναζητώντας άσυλο σε μια εκκλησία. Όταν στις 13 Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκαν οι αγώνες στον Ιππόδρομο ο λαός αξίωσε αθώωση των δύο ανδρών. Η άρνηση του Ιουστινιανού προκάλεσε την αντίδρασή τους, που εκδηλώθηκε όχι μόνο με συνθήματα κατά του αυτοκράτορα αλλά και με πυρπόληση κτηρίων της Πρωτεύουσας, ανάμεσα στα οποία και η Αγία Σοφία. Το σύνθημα που τους εμψύχωνε ήταν "Νίκα", σύνθημα που συνήθως φώναζαν στον ιππόδρομο.
   Ο ίδιος ο αυτοκράτορας ήταν παγιδευμένος στο παλάτι, ανίκανος να ελέγξει και να καταστείλει τη στάση. Αφού απομάκρυνε από το παλάτι τους αξιωματούχους εκείνους, από τους οποίους φοβόταν ότι διέτρεχε κίνδυνο πραξικοπήματος, προσπάθησε, μάταια, εμφανιζόμενος στον Ιππόδρομο να μιλήσει στο οργισμένο πλήθος.
   Επαναστατημένοι πολίτες μετέφεραν τον Υπάτιο, ανιψιό του Αναστάσιου, στον Ιππόδρομο και τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, όταν την απόφασή του ανέτρεψε η Θεοδώρα με τη δυναμική παρέμβαση και το λόγο της. Οι στρατηγοί Bελισάριος και Μούνδος, καταστρώνοντας σχέδιο και στέλνοντας δικούς τους ανθρώπους να αναμιχθούν στο πλήθος και να προκαλέσουν τη διάσπασή του, αποφάσισαν να καταστείλουν την επανάσταση. Ακολούθησε μεγάλη σφαγή του συγκεντρωμένου πλήθους στον Ιππόδρομο, που ανέρχεται όπως πιστεύεται στις 30.000 ανθρώπους. Την επόμενη ημέρα ο Υπάτιος εκτελέστηκε. Η εξέγερση έλαβε τέλος ύστερα από έξι ημέρες. Η καταστολή της σήμανε την ενίσχυση της εξουσίας και της δύναμης του Ιουστινιανού.

Η θρησκευτική πολιτική

   Κύριος στόχος της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουστινιανού αποτέλεσε η επιβολή του ορθόδοξου δόγματος σε όλη την αυτοκρατορία. Η πολιτική  αυτή βοηθούσε τον αυτοκράτορα, που αποσκοπώντας στην ανασύσταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προσπαθούσε να βελτιώσει τις σχέσεις του με τον Πάπα ύστερα από την επιδείνωση που είχε επέλθει με το Ακακιανό Σχίσμα (519).

   Ανασταλτικό παράγοντα στην άσκηση μιας συνεπούς πολιτικής αποτελούσε και η Θεοδώρα, η οποία για πολιτικούς λόγους αλλά και λόγω ιδιαίτερων σχέσεων με στελέχη του Μονοφυσιτισμού, υποστήριζε τους τελευταίους.

  Ο Ιουστινιανός καταδίκασε το 527 και 528 τις αιρέσεις και έλαβε αυστηρά μέτρα κατά των αιρετικών, ανάμεσα στα οποία ήταν και η διακοπή το 529 της λειτουργίας της φιλοσοφικής σχολής της Αθήνας.

   Στο πλαίσιο αυτό καταδίκασε και το Μονοφυσιτισμό. Ωστόσο, ύστερα από μεσολάβηση της Θεοδώρας, αποδέχτηκε την άνοδο στον πατριαρχικό θρόνο του Aνθίμου, γνωστού για τις μονοφυσιτικές τάσεις του. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την επίσκεψη του πάπα Αγαπητού στην Κωνσταντινούπολη, την παραίτηση του Ανθίμου και την άνοδο ορθόδοξου πατριάρχη στο θρόνο. Ακολούθησε όχι μόνο σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη το 536 και καταδίκη του Μονοφυσιτισμού αλλά και σφοδροί διωγμοί και εκτελέσεις εναντίον τους. Το 543 η αυτοκράτειρα μεσολάβησε και πάλι και ο Ιουστινιανός εξέδωσε "Λόγο" που αποσκοπούσε στη συμφιλίωση ορθοδόξων-μονοφυσιτών καταδικάζοντας τα έργα τριών νεστοριανών θεολόγων, "Τα τρία κεφάλαια" όπως είναι γνωστά, κάτι που αποτελούσε μακροχρόνιο αίτημα των μονοφυσιτών. Έτσι οι μονοφυσίτες βρέθηκαν προσωρινά να υπερέχουν. Ο θάνατος της Θεοδώρας αναχαίτισε κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης μονοφυσιτών και ορθοδόξων, καθώς οι τελευταίοι στράφηκαν ξανά ενάντια στους μονοφυσίτες με σφοδρότητα. Tο 553 η νέα οικουμενική σύνοδος στην Kωνσταντινούπολη καταδίκασε για άλλη μια φορά "Τα τρία κεφάλαια" προσβλέποντας σε μια συμφιλιωτική προσπάθεια με τους μονοφυσίτες.

   Η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού όχι μόνο δε γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα σε ορθοδόξους και μονοφυσίτες αλλά αντίθετα δημιούργησε μεγαλύτερες αντιθέσεις οι συνέπειες των οποίων, κυρίως για την τύχη των ανατολικών μονοφυσιτικών επαρχιών, επρόκειτο να φανούν στο μέλλον.

   Ιδιαίτερος στόχος της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουστινιανού ήταν και το ιεραποστολικό έργο του με την κήρυξη του Ευαγγελίου και την προσχώρηση στο Χριστιανισμό λαών της Αιγύπτου και της βορείου Αφρικής, καθώς και λαών γύρω από την Ερυθρά θάλασσα και νότια του Καυκάσου. 

Το νομοθετικό έργο

   Από τα κεφαλαιώδη σημεία της εσωτερικής πολιτικής του Ιουστινιανού ήταν το νομοθετικό του έργο. Πρέπει να αναφέρει κανείς ότι η κοινωνική δικαιοσύνη, η βελτίωση της θέσης των αδυνάτων, των πτωχών και των γυναικών που διαπνέει το έργο του Ιουστινιανού φανερώνουν την επίδραση του Χριστιανισμού. Μέσα από το ίδιο έργο φανερώνεται επίσης η παντοδύναμη θέση του αυτοκράτορα.
   Μια ομάδα νομομαθών με εντολή του ανέλαβε να κωδικοποιήσει το δίκαιο της εποχής. Επικεφαλής της προσπάθειας αυτής τοποθετήθηκε ο Τριβωνιανός. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία συντάγματος του αστικού δικαίου, το "corpus iuris civilis", το οποίο αποτελούνταν από τέσσερα τμήματα: τον "Ιουστινιάνειο Κώδικα", τον "Πανδέκτη", τις "Εισηγήσεις", και τις "Νεαρές". Αξίζει να σημειώσει κανείς ότι, ενώ όλα ήταν γραμμένα στα λατινικά, οι "Νεαρές" ήταν γραμμένες στο μεγαλύτερο μέρος τους στα ελληνικά για να γίνονται κατανοητές από την πλειοψηφία του λαού, γεγονός που υποδήλωσε τη διάδοση αλλά και σταδιακή επικράτηση της ελληνικής γλώσσας στη βυζαντινή αυτοκρατορία κατά τον 6ο αιώνα.
   Η σημασία της ιουστινιάνειας νομοθεσίας ήταν τεράστια για την εξέλιξη του δικαίου. Αποτέλεσε τη βάση για όλες τις μετέπειτα εξελίξεις τόσο στη βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και σε πολλά δυτικά ευρωπαϊκά κράτη που υιοθέτησαν τους νόμους του Ιουστινιανού ως βάση για το αστικό δίκαιό τους.
   Στο πλαίσιο του νομοθετικού του έργου ο Ιουστινιανός αναδιοργάνωσε και τις νομικές σπουδές, που από την εποχή αυτή διαρκούσαν πέντε έτη. Κέντρα της επιστήμης κατέστησε την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη και τη Βηρυτό. Αντικατέστησε επίσης τα βιβλία που διδάσκονταν με σύγχρονα συγγράμματα που αφορούσαν τη νομοθεσία που ο ίδιος συνέταξε.

Η Εξωτερική Πολιτική

   Ένας από τους κυριότερους στόχους του Ιουστινιανού, που καθόρισε πρώτιστα την εξωτερική αλλά και σε μεγάλο μέρος την οικονομική και θρησκευτική πολιτική του, ήταν η αποκατάσταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
   Ο αυτοκράτορας ήταν όμως υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τους μακροχρόνιους εχθρούς στα ανατολικά σύνορα αλλά και τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στα βόρεια της αυτοκρατορίας. Για να διασφαλίσει τα ανατολικά σύνορά του, ύστερα από τέσσερα χρόνια ένοπλων αγώνων, έκλεισε το 532 ειρήνη με τους Πέρσες χωρίς ευνοϊκούς όρους για το Βυζάντιο. Ωστόσο η ενασχόληση του βυζαντινού στρατού στη Δύση είχε σαν αποτέλεσμα την καταπάτηση της ειρήνης και τη λεηλασία πολλών περιοχών της Ανατολής. Όταν καταστράφηκε η Αντιόχεια ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να ζητήσει ανακωχή. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες πολεμικές επιχειρήσεις και μακροχρόνιοι αγώνες με αποτέλεσμα τη σύναψη ειρήνης για πενήντα χρόνια, το 561. Οι Πέρσες άφηναν στους Βυζαντινούς τη Λαζική στον Εύξεινο Πόντο και οι Βυζαντινοί υποχρεούνταν να πληρώνουν τεράστια ετήσια χρηματική χορηγία (30.000 χρυσά νομίσματα). Παράλληλα υπήρχε θρησκευτική ελευθερία στους χριστιανούς που ζούσαν σε περσικό έδαφος υπό τον όρο να εγκαταλείψουν κάθε θρησκευτική προπαγάνδα.
O δεύτερος σημαντικός κίνδυνος για την αυτοκρατορία βρισκόταν στα βόρεια σύνορά της. Εκεί συνωστίζονταν γερμανικά φύλα, όπως οι Έρουλοι, οι Λογγοβάρδοι και οι Γήπαιδες, αλλά και οι Σλάβοι και οι Ούννοι. Με τους πρώτους ο Ιουστινιανός κατόρθωσε να συνάψει ειρήνη. Ωστόσο η απουσία στρατού από την περιοχή του Δούναβη έδωσε την ευκαιρία στους Ούννους και τους Σλάβους να πραγματοποιήσουν σφοδρές επιδρομές και λεηλασίες στις βαλκανικές περιοχές, φτάνοντας όχι μόνο μέχρι την Κωνσταντινούπολη αλλά και μέχρι την Πελοπόννησο. Οι επιδρομές είχαν εξαιρετικά δυσμενή αποτελέσματα σε ορισμένες περιοχές, καθώς αυτές εξαντλούνταν οικονομικά και υφίσταντο σημαντική πληθυσμιακή μείωση.

Το όνειρο της ανασύστασης της ρωμαικής αυτοκρατορίας

   Ο Ιουστινιανός επεδίωξε να αποκαταστήσει την αυτοκρατορία στα παλιά της όρια, αυτά του 3ου αιώνα, και να της δώσει την παλιά δόξα της.

    Το μεγαλεπίβολο σχέδιό του ξεκίνησε από την Αφρική όπου αποβιβάστηκε το 533 ο στρατηγός Βελισάριος. Ο Βελισάριος με λιγότερες αριθμητικά δυνάμεις κατάφερε μέσα σε ένα χρόνο και εφαρμόζοντας μια πετυχημένη στρατηγική να συντρίψει το κράτος των Bανδάλων. Η περιοχή της βορείου Αφρικής από την Καρχηδόνα μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες, όπως και η Κορσική, η Σαρδηνία και οι Βαλεαρίδες νήσοι, που ήταν βανδαλικές κτήσεις πέρασαν στην κυριαρχία των Βυζαντινών.

   Tο επόμενο βήμα ήταν η κατάκτηση της Ιταλίας. Ο πόλεμος με τους Οστρογότθους κράτησε 20 χρόνια και το τέλος του βρήκε νικήτες τους Βυζαντινούς αλλά αποδιοργανωμένη και γεμάτη ερείπια την Ιταλία. Ο Βελισάριος αποβιβάστηκε το 534 στη Σικελία και ύστερα από πολεμικές επιχειρήσεις έξι ετών κατόρθωσε να καταλάβει την Ιταλία μέχρι τη Ραβέννα και να υποτάξει τους Οστρογότθους συλλαμβάνοντας το βασιλιά τους, Ουίτιγι, το 540. Τη νίκη αυτή των Βυζαντινών ακολούθησε η επανάσταση των Γότθων. Οι τελευταίοι επωφελήθηκαν από την απουσία του Βελισάριου στην Ανατολή, καθώς ήταν η περίοδος που είχαν ξεσπάσει ξανά οι εχθροπραξίες ανάμεσα στους Πέρσες και τους Βυζαντινούς. Οι Γότθοι ανακηρύσσοντας βασιλιά τον Τωτίλα σημείωσαν αρκετές επιτυχίες. Το Βυζάντιο αναζήτησε νέο αρχηγό του στρατού, το Ναρσή, ο οποίος κατεβαίνοντας από τη Δαλματία με πολυάριθμο στρατό συγκρούστηκε το 552 στη θέση Ουμβρία της Ιταλίας. Ακολούθησαν και άλλες σφοδρές μάχες μέχρι την οριστική νίκη των Βυζαντινών το 554.

   Αμέσως μετά ο Ιουστινιανός πραγματοποίησε και τον τελευταίο του στόχο, την κατάληψη του νότιου τμήματος της Ιβηρικής χερσονήσου από τους Βησιγότθους, προκειμένου να ελέγχει τη δυτική είσοδο στη Μεσόγειο.

   Ένα μεγάλο μέρος του παλιού ρωμαϊκού κράτους είχε ήδη γίνει και πάλι μέρος της αυτοκρατορίας εκπληρώνοντας σε μεγάλο βαθμό το όραμα του Ιουστινιανού για την παλινόρθωση του Imperium Romanum. Ωστόσο η αποκατάσταση της αυτοκρατορίας είχε αρκετές αρνητικές συνέπειες τόσο για τις περιοχές που υποτάχτηκαν όσο και για το Βυζάντιο. Oι πρώτες υπέστησαν σημαντικές ζημιές και μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξαθλιώθηκε ενώ το Βυζάντιο, όντας απορροφημένο στη Δύση, υπέστη σημαντικές απώλειες στην Ανατολή αλλά και αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. 

   Η βυζαντινή αυτοκρατορία στις αρχές του 6ου αιώνα παρουσίαζε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Πέρα από μια σειρά φυσικών καταστροφών και  μεγάλων επιδημιών (πανούκλας ίσως) που ταλαιπωρούσαν ήδη από τον προηγούμενο αιώνα το λαό, οι εξωτερικοί κίνδυνοι ήταν ιδιαίτερα αισθητοί στην Ανατολή (Πέρσες), στη Δύση (Γότθοι, Βάνδαλοι) και στο Βορρά ('Αντες, Ούννοι, 'Αβαροι και Σλάβοι). Σαν να μην έφθαναν αυτά, η κοινωνική ζωή στο εσωτερικό παρουσίαζε επίσης σοβαρά προβλήματα που συνίσταντο σε διαφθορά του διοικητικού μηχανισμού και σε μια περίεργη κοινωνική ζύμωση, τα χαρακτηριστικά της οποίας αναφάνηκαν μέσα από την εξέγερση των δήμων. Αιτία της ζύμωσης αυτής, την οποία ανέδειξε η διαφθορά των διοικητικών υπηρεσιών, ήταν η έλλειψη του θεσμικού πλαισίου, το οποίο άφηνε ευρύτατα περιθώρια κατάχρησης της εξουσίας στους διοικητικούς υπαλλήλους και δεν κατοχύρωνε τους μικρούς γαιοκτήμονες και μικροκαλλιεργητές από την επεκτατική απληστία των μεγαλογαιοκτημόνων.

   Η κοινωνική ζύμωση επιτεινόταν από τη συντηρούμενη από την πολιτική εξουσία οξύτατη θρησκευτική αντιπαράθεση των οπαδών και των αντιπάλων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (451), που δίχαζε βαθύτατα τόσο την ηγεσία όσο και το λαό της αυτοκρατορίας. Οι συνέπειες της κοινωνικής ανησυχίας ήταν ιδιαίτερα αισθητές μέσα στην Κωνσταντινούπολη, αφού οι δήμοι συμμετείχαν στη γενική αντιπαράθεση εκμεταλλευόμενοι τις θρησκευτικές και κοινωνικές αντιθέσεις. Οι Βένετοι και οι Πράσινοι που βρίσκονταν σε συνεχή ανταγωνισμό, προσέδωσαν σ' αυτόν και θρησκευτική διάσταση, αφού οι Βένετοι υποστήριζαν τους οπαδούς της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, οι δε Πράσινοι τους αντιπάλους της Μονοφυσίτες. Η γενική κοινωνική κρίση κατέληξε στα αιματηρά γεγονότα της περίφημης Στάσης του Νίκα (από το κοινό σύνθημα των στασιαστών), που διαδραματίστηκαν στον Ιππόδρομο και αναστάτωσαν την Κωνσταντινούπολη για μια εβδομάδα περίπου (11-18 Ιανουαρίου 532). Η Στάση απείλησε το θρόνο του Ιουστινιανού, αλλά η δυναμική και αποφασιστική παρέμβαση της Θεοδώρας και η δράση των στρατηγών Βελισάριου και Μούνδου κατέστειλαν τη στάση και αποκατέστησαν την τάξη στην Πρωτεύουσα. Ο Ιουστινιανός, αφού εξήλθε πια πανίσχυρος από τη Στάση του Νίκα, επιδόθηκε πιο αποφασιστικά στη θεσμοθέτηση των αναγκαίων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων που αποκατέστησαν μια κοινωνική ισορροπία στην αυτοκρατορία.

Δημογραφία

    Η βυζαντινή αυτοκρατορία από τα τέλη του 5ου και κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα γνώρισε μεγάλες καταστροφές που οφείλονταν σε σεισμούςμεγάλους λοιμούς και εχθρικές επιδρομές ξένων λαών. Αυτό θα πρέπει όχι μόνο να μείωσε τον πληθυσμό του κράτους σε κάποιες περιοχές αλλά και να δημιούργησε ανασφάλεια, συνέπειες ωστόσο που θα πρέπει να ισοσταθμίστηκαν από την αύξηση του πληθυσμού της αυτοκρατορίας με την αναπροσάρτηση από τον Ιουστινιανό περιοχών της Μεσογείου. Η μεγαλύτερη ωστόσο αλλαγή που υπέστη το βυζαντινό κράτος, πρέπει να ήταν τόσο αριθμητική όσο και εθνολογική και άρχισε λίγες δεκαετίες μετά το θάνατο του Ιουστινιανού. Πρώτη της ένδειξη υπήρξε η μαζική εγκατάσταση σλαβικών πληθυσμών στη Βαλκανική χερσόνησο. Οι Σλάβοι εισέβαλαν σε διαδοχικά κύματα και αντίθετα από προηγούμενους επιδρομείς, εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Τους Σλάβους ακολούθησαν οι 'Αβαροι, λαός τουρκικής καταγωγής με τον οποίο οι Σλάβοι συχνά συμμαχούσαν: επέδραμαν σε όλη την περιοχή της σημερινής Ελλάδας, εκδίωκαν ή σκότωναν τους ντόπιους πληθυσμούς και εγκαταστάθηκαν στα μέρη τους. Στο τέλος του 6ου και την αρχή του 7ου αιώνα, όταν το σύνορο του Δούναβη κατέρρευσε εντελώς, ολόκληρη ουσιαστικά η Βαλκανική χερσόνησος είχε αλλάξει δημογραφική σύνθεση και είχε ξεφύγει από τον αυτοκρατορικό έλεγχο. Η τελευταία σημαντική σλαβική εγκατάσταση στην περιοχή πραγματοποιήθηκε από τους Σέρβους και τους Κροάτες, που την εποχή του Ηρακλείου κατέλαβαν τις περιοχές της Βαλκανικής που κατοικούν μέχρι σήμερα.

Ανακατατάξεις  

   Η κατάσταση της αυτοκρατορίας στις αρχές του 6ου αιώνα παρουσίαζε  σοβαρή διαφθορά του διοικητικού μηχανισμού και μια περίεργη κοινωνική αναταραχή. Η διαφθορά των διοικητικών υπηρεσιών ανέδειξε τις ελλείψεις του θεσμικού πλαισίου το οποίο άφηνε ευρύτατα περιθώρια στους διοικητικούς υπαλλήλους για καταχρήσεις της εξουσίας των αξιωμάτων τους, αφού τα αγόραζαν με υψηλό αντίτιμο και τα ασκούσαν καταπιεστικά, ενώ δεν κατοχύρωνε τους μικρούς γαιοκτήμονες και μικροκαλλιεργητές από την επεκτατική απληστία των μεγαλογαιοκτημόνων. Η κοινωνική ζύμωση επιτεινόταν κι από τη συντηρούμενη από την πολιτική εξουσία οξύτατη θρησκευτική αντιπαράθεση των οπαδών και των αντιπάλων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (451), που δίχαζε βαθύτατα τόσο την ηγεσία όσο και το λαό της αυτοκρατορίας, ενώ οι εξωτερικοί κίνδυνοι ήταν ιδιαίτερα αισθητοί στην Ανατολή (Πέρσες), στη Δύση (Γότθοι, Βάνδαλοι) και στο Βορρά ('Αντες, Ούννοι, Σλάβοι).

   Οι συνέπειες της κοινωνικής ανησυχίας ήταν ιδιαίτερα αισθητές μέσα στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι δήμοι διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο με την εκμετάλλευση των θρησκευτικών και κοινωνικών αντιθέσεων. Οι δυναμικοί δήμοι των Βένετων και των Πράσινων βρίσκονταν σε συνεχή ανταγωνισμό, στον οποίο προσέδωσαν και θρησκευτική διάσταση, αφού οι Βένετοι υποστήριζαν τους οπαδούς της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, οι δε Πράσινοι τους αντιπάλους της Μονοφυσίτες. Οι διαμαρτυρίες στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, κατέληξαν στην περίφημη Στάση του Νίκα (από το κοινό σύνθημα των στασιαστών), που αναστάτωσε την Κωνσταντινούπολη για μια εβδομάδα περίπου (11-18 Ιανουαρίου 532) και απείλησε το θρόνο του Ιουστινιανού. Μετά από τα γεγονότα αυτά ο Ιουστινιανός επιδόθηκε πια πιο αποφασιστικά στη θεσμοθέτηση των αναγκαίων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων. Το ευρύτατο νομοθετικό έργο είναι το θεμέλιο όλου του μεταρρυθμιστικού έργου του που επηρέασε τόσο τη δημόσια διοίκηση, όσο και την κοινωνική θέση των κατώτερων κοινωνικών ομάδων, και ακόμη και την ιδιωτική ζωή και την οικογένεια.

Η οικογένεια

   Οι νομοθετικές ρυθμίσεις του Ιουστινιανού είχαν επιπτώσεις και στη βυζαντινή οικογένεια. Καταρχήν, ο Ιουστινιανός κατήργησε το συναινετικό διαζύγιο, τη δυνατότητα δηλαδή της ελεύθερης διάλυσης του γάμου με κοινή απόφαση των συζύγων, που υπήρχε στο Βυζάντιο από το προϊουστινιάνειο δίκαιο. Η πίεση της Εκκλησίας, που είχε γενικά αρνητική στάση απέναντι στο διαζύγιο, ώθησε τον Ιουστινιανό στην απαγόρευση της συναινετικής λύσης του γάμου με μόνη εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβαινε λόγω επιλογής του μοναχικού βίου. Οι κυρώσεις για τους παραβάτες ήταν αρχικά περιουσιακού χαρακτήρα και στη συνέχεια, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, επιβλήθηκε η υποχρεωτική κουρά των παραβατών. Το διαζύγιο επετράπη πάλι από τον Ιουστίνο Β' το 556 και ξανακαταργήθηκε από τη δυναστεία των Ισαύρων.

   Παρότι σύζυγος μιας σημαντικής γυναίκας, της Θεοδώρας, ο Ιουστινιανός έλαβε μέτρα που καθόλου δεν ευνοούσαν τις γυναίκες. Θέσπισε την παντοδυναμία της πατρικής θέλησης στην επιλογή του συζύγου της κόρης, ενώ όρισε ότι η επίσημη σύναψη γαμήλιου συμβολαίου ήταν υποχρεωτική μόνο για τους ανώτερους αξιωματούχους ενώ για τους υπόλοιπους υπηκόους της αυτοκρατορίας δεν ήταν υποχρεωτική καμία πολιτική ή θρησκευτική γαμήλια τελετή: ο γάμος μπορούσε να είναι άγραφος.

   Περισσότερα έκανε για τα παιδιά. Για τη θεραπεία του φαινομένου της εγκατάλειψης ή εκμετάλλευσης των παιδιών από τους γονείς τους, η ιουστινιάνεια νομοθεσία θέσπισε την ίδρυση, μεταξύ άλλων, ευαγών ιδρυμάτων, και βρεφοτροφείων όπου η Εκκλησία αναλάμβανε την ανατροφή των εγκαταλειμμένων παιδιών. Επίσης, συμπλήρωσε τους νόμους σχετικά με την εκμετάλλευση απαγορεύοντας στους γονείς να δίνουν, να πουλούν ή να αφήνουν ενέχυρο τα παιδιά τους (παρόλο που η πρακτική ανεπίσημα συνεχίστηκε σποραδικά ως το 15ο αιώνα). Η πώληση ενός παιδιού επιτρεπόταν σε πολύ φτωχούς γονείς μόνο κάτω από την πίεση πολύ μεγάλης ανάγκης, αλλά και τότε ο αγοραστής ήταν υποχρεωμένος να αφήσει το παιδί να φύγει αν του δινόταν η σωστή αποζημίωση. 

Αλλαγές στις πόλεις

   Στις πρώιμες βυζαντινές πόλεις, η ζωή συνεχίστηκε στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες πάνω στο μοντέλο των τελευταίων  προχριστιανικών, με λίγες μόνο και μικρές αλλαγές. Η σπουδαιότερη αλλαγή ήταν αυτή της θρησκείας. Σήμανε διαφορετικούς τόπους και τρόπους λατρείας, αλλά και σιγά σιγά επέβαλε μια νέα ηθική στη δημόσια και ιδιωτική ζωή που όμως έγινε εμφανέστερη στη Μεσοβυζαντινή περίοδο. Η ζωή που κυλούσε σ' αυτό το μοντέλο ξαφνικά αναστατώθηκε στο τέλος του 5ου αιώνα αλλά κυρίως τον 6ο. Οι ανασκαφές μάς δείχνουν καταστροφές και πυρκαγιές και οι γραπτές πηγές μιλούν για σειρά καταστροφικών σεισμών και αλλεπάλληλων εχθρικών επιδρομών και λεηλασιών. Τα περισσότερα από τα αστικά κέντρα, που είχαν απλωθεί και αναπτυχθεί στις κοιλάδες και τα παράλια της Μεσογείου και των Βαλκανίων για περίπου μια χιλιετία, δεν μπορούσαν πια να επιβιώσουν. Μετά την καταστροφή τους, οι προσπάθειες αναστήλωσης και επισκευής, που γίνονταν από τους κατοίκους κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, σταμάτησαν. Τα αστικά αυτά κέντρα εγκαταλείφθηκαν και όσος από τον πληθυσμό τους κατάφερε να επιβιώσει κατέφυγε σταδιακά, μέσω μιας διαδικασίας που θα εξελιχθεί στη Μεσοβυζαντινή περίοδο, σε φυσικά οχυρές και δυσπρόσιτες τοποθεσίες. Σ' αυτές τις νέες θέσεις που ήταν σχεδόν πάντα λόφοι ή υψώματα κοντά στην παλιά πόλη, έχτισε τώρα τα σπίτια του με τις πέτρες που έφερε από τα κατεστραμμένα παλιά κτήρια, οχυρώθηκε μέσα σε γερά φρούρια και οργάνωσε τη ζωή του με μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας.