Η αρχαία ελληνική λέξη "ΜΕΝΤΟΡΑΣ"
σημαίνει δάσκαλος, καθοδηγητής, σύμβουλος στο πλαίσιο
μιας διαπροσωπικής σχέσης.
Σήμερα, με τον αγγλικό όρο mentoring, έτσι όπως
χρησιμοποιείται διεθνώς, περιγράφεται:
H καθοδήγηση που γίνεται από ένα πρόσωπο σε ένα
άλλο με σκοπό τη μεταφορά γνώσης, δεξιοτήτων ή τεχνογνωσίας
H υποστήριξη, η βοήθεια, η καθοδήγηση που δίνεται
από ένα πρόσωπο σε ένα άλλο για την επίτευξη ενός
στόχου, μέσα από μια προσωπική σχέση που αναπτύσσεται
με συχνές συναντήσεις για ένα χρονικό διάστημα.
H μετάδοση από έναν ενήλικα σε ένα μαθητή, εμπειρίας
από τη ζωή, το σχολείο την εργασία με σκοπό να τον
ενθαρρύνει ώστε να δρα με περισσότερη αυτοπεποίθηση
στις επιλογές του
Mια σχέση που αναπτύσσεται φυσικά ανάμεσα σε δύο
άτομα σε ένα επαγγελματικό πλαίσιο
Ένα δομημένο πρόγραμμα που εντάσσεται στο πλαίσιο
ανάπτυξης ανθρώπινων πόρων μιας επιχείρησης
Η υποστήριξη από έναν έμπειρο εργαζόμενο/επιχειρηματία
προς έναν νέο εργαζόμενο ή ένα νέο επιχειρηματία.
H υποστήριξη που παρέχεται στο πλαίσιο μιας διαπροσωπικής
σχέσης προς όφελος μαθητών, νέων εργαζομένων, ανέργων,
άλλων ευαίσθητων ομάδων όπως π.χ. άστεγων, πρόσφατα
αποφυλακισμένων, απεξαρτημένων ατόμων.
Mια διαδικασία κατά την οποία ένα μεγαλύτερο και
πιο έμπειρο άτομο παίρνει υπό την "προστασία"
του ένα νεαρότερο άτομο προσφέροντάς του υποστήριξη
και ενθάρρυνση. Το μεγαλύτερο άτομο γίνεται το πρότυπο
για το νεαρότερο
Ένα πρόγραμμα καθοδήγησης που μπορεί να γίνει με
πολλούς τρόπους και σημαίνει κάθε φορά διαφορετικά
πράγματα για τα άτομα που συμμετέχουν είτε ως μέντορες
είναι ως επωφελούμενοι (ασκούμενοι)
Η υποστήριξη που μπορεί να παρέχεται από μια μεγαλύτερη
επιχείρηση σε μια μικρότερη